ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Άβυσσος = (α + βυσσός = βυθός) ο χωρίς βυθό

Αγαθοποιώ = πράττω καλό, ευεργετώ

Αγαθοσύνη = αρετή, χρηστότητα, καλοσύνη

Αγενής = (α + γένος) αυτός που κατάγεται από άσημους

Άγιος = (άγος = εξάγνιση), ιερός, όσιος, σεμνός

Αγνίζω = καθαρίζομαι εσωτερικά (ηθικά)

Άγρα = ψάρεμα, αλιεία, κυνήγι

Αγρυπνώ = δεν κοιμάμαι, προσέχω, επαγρυπνώ

Αδηλότητα = αβεβαιότητα

Αδιάλειπτος = αυτός που δεν διακόπτεται

Αδιάλλακτος = αυτός που δεν συμφιλιώνεται

Αδιάφθορος = αυτός που δεν έχει διαφθαρεί, ακέραιος

Αθέμιτος = αυτός που δεν είναι νόμιμος, παράνομος

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Αθετώ = παραβαίνω, καταπατώ (όρκο-νόμο-υπόσχεση)

Αθυμώ = στεναχωρούμαι, λυπούμαι

Αίγες = κατσίκες, γίδες

Αΐδιος = αδιάλειπτος, αιώνιος, παντοτινός

Αιδώς = ντροπαλότητα

Αίνεση = εξύμνηση, έπαινος, εγκώμιο

Αίρεση = αίρω = υποβαστάζω, αφαιρώ, σηκώνω

Αισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή για πράξεις μου

Ακόρεστος = αχόρταγος, ανικανοποίητος, άπληστος

Ακούσιος = αυτός που δεν έχει πρόθεση - θέληση

Ακροβυστία = μετ. ο απερίτμητος, ο μη Ιουδαίος, τα έθνη

Ακώλυτος = ανεμπόδιστος, ελεύθερος

Αλάβαστρο = ημιδιαφανής λίθος κατάλληλος για αγγεία

Αλαλάζω = κραυγάζω από ενθουσιασμό ή λύπη

Αλέκτωρ (ο) = κόκορας, πετεινός

Αλαζονεία = καύχηση, υπερηφάνεια, έπαρση

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Αλληγορία = έκφραση με λόγο η με εικόνα ιδεών οι οποίες δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές, που υπονοούνται

Αλλότριος = αυτός που ανήκει σε άλλον, ξένος

Αλώπηξ (η) = αλεπού

Άλωση = κατάκτηση, εκπόρθηση, κυρίευση

Αμάραντος = αυτός που δεν μαραίνεται, αιώνιος

Αμαύρωση = απώλεια της λάμψης, της αίγλης

Αμελώ = αδιαφορώ, παραμελώ, ξεχνώ

Άμεμπτος = αυτός που δεν έχει κατηγορία

Αμερόληπτος = αυτός που δεν χαρίζεται, δεν παίρνει το μέρος κανενός

Αμεταμέλητος = ο αμετανόητος

Αμίαντος = αυτός που δεν έχει μιαθεί, πνευματικά & σαρκικά

Αμόλυντος = αυτός που διατήρησε την ηθικότητά του, απέφυγε πνευματικό ή σαρκικό μολυσμό

Αμφότεροι = και ο ένας και ο άλλος, και οι δύο

Αναβρύω = πηγάζω , αναβλύζω, ξεχύνομαι, αναζωογονώ

Αναζωπυρώνω = ξανανάβω, εμψυχώνω, αναζωογονώ

Αναζωσθέντες = (ζώννυμαι = ετοιμάζομαι για μάχη)  ετοιμασμένοι για μάχη

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Αναθάλλω = ξανανθίζω, ξαναβλαστάνω

Ανάθεμα = κατάρα, αφορισμός

Αναιρώ = ανατρέπω ισχυρισμό ή κατηγορία

Ανακαίνιση = ανανέωση, αναμόρφωση

Αναντίρρητος = αυτός που δεν δέχεται αντίρρηση

Αναπολόγητος = ασυγχώρητος, ανίκανος να απολογηθεί

Αναστρέφω = γυρίζω προς τα πίσω, αναποδογυρίζω

Αναφύω = φυτρώνω

Ανδραποδιστής = αυτός που υποδουλώνει

Ανδρίζομαι = φέρομαι σαν άντρας

Ανέγκλητος = ακατηγόρητος, άμεμπτος, αθώος

Ανεκλάλητα = αυτά που δεν λέγονται, ανείπωτα

Ανεξιχνίαστος = αυτός που δεν εξιχνιάζεται, ανεξακρίβωτος

Ανεπίδεκτος = αυτός που δεν μπορεί να δεχτεί κάτι

Ανήλεος = αυτός που δεν ελεεί, ο χωρίς έλεος

Ανήμερος = άγριος, δύστροπος

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Ανθίσταμαι = αντιστέκομαι, εναντιούμαι

Ανθρακιά = σωρός από αναμμένα κάρβουνα

Ανθρωπάρεσκος = αυτός που θέλει να αρέσει σε ανθρώπους

Ανιστάμενος = αυτός που είναι σηκωμένος όρθιος

Ανορθώνω = σηκώνω κάτι όρθιο, αναστηλώνω

Ανόσιος = αυτός που δεν τηρεί τους θείους νόμους

Ανταναπληρώ = αναπληρώνω, συμπληρώ, προσθέτω

Ανταπόδομα = ανταπόδοση ευεργεσίας ή κακού

Αντείπωσι = αντιλέγω = λέγω εναντίον, αντιστέκομαι

Αντιβαίνω = δεν συμβιβάζομαι, πάω αντίθετα

Αντιζηλία = ανταγωνισμός, ζηλοτυπία

Αντίκειμαι = αντιβαίνω, είμαι σε αντίθετη θέση

Αντίλυτρο = αντίτιμο της εξαγοράς

Αντιστέκομαι = προβάλλω αντίσταση, δεν υποχωρώ

Αντιτάσσομαι = παίρνω εχθρική στάση

Αντίτυπο = πανομοιότυπο εντύπου, αντίγραφο

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Άνυδρος = ο χωρίς νερό, ο ξερός

Ανυπόκριτος = απροσποίητος, ειλικρινής

Ανυπότακτος = αυτός που δεν υποτάσσεται

Ανώγιον = πάνω πάτωμα σπιτιού

Αξίνη = εργαλείο για σκάψιμο, τσεκούρι

Αξιώνομαι = πετυχαίνω, κατορθώνω κάτι

Άοκνος = ακούραστος, φιλόπονος, εργατικός

Απαγγέλλω = διηγούμαι, γνωστοποιώ, ομολογώ

Απαλλοτρίωση = αποξένωση

Απατηλός = παραπλανητικός, αυτός που απατά

Απαύγασμα = ακτινοβολία, λάμψη, αποτέλεσμα

Απεκδοχή = η προσδοκία

Απερίσκεπτος = αυτός που δεν εξετάζει με προσοχή

Απήλθεν = (απέρχομαι = φεύγω από κάπου), έφυγε από κάπου

Αποβαίνω = (βαίνω) αποβιβάζω, βγαίνω, γίνομαι

Αποβάλλω = διώχνω από πάνω μου, απορρίπτω, ρίχνω

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Αποβιώ = πεθαίνω

Αποδεκατίζω = λαμβάνω το 1/10 από όλα τα πράγματά μου προς όφελος των ιερέων

Αποδημώ = φεύγω από την πατρίδα μου

Αποδοχή = παραδοχή, έγκριση, επιδοκιμασία

Αποθέτω = τοποθετώ στην θέση του κάτι που κρατώ

Αποθνήσκω = πεθαίνω, αφανίζομαι

Αποκάλυψη = φανέρωση θείων μυστικών

Αποκάμνω = κουράζομαι

Αποκτεινόντων = (αποκτείνω = σκοτώνω, εξαλείφω), αυτοί που σκοτώνουν

Απολείπω = λείπω, δεν υπάρχω

Απολλύω = καταστρέφω, αφανίζω, εξολοθρεύω

Απολύτρωση = εξαγορά, απαλλαγή, από δεινά, σωτηρία

Απολύω = λύνω δεσμά, απελευθερώνω

Αποστατώ = αλλάζω φρόνημα, στασιάζω, επαναστατώ

Απόστολος = απεσταλμένος, αγγελιοφόρος

Αποστρέφω = στρέφω προς τα οπίσω, αποκρούω, περιφρονώ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Απρόσκοπτος = αυτός που δεν συναντά εμπόδια

Αργός = νωθρός, οκνηρός, τεμπέλης

Άρκτος (η) = αρκούδα

Αρμός = η άρθρωση, κλείδωση

Αρπαγή = βίαιη απόσπαση ξένου πράγματος, απαγωγή

Αρπάζομαι = πιάνομαι δυνατά από κάτι, κρατιέμαι

Άρτυμα = καθετί που βάζουν για νοστιμιά στο φαγητό

Αρχιτρίκλινος = ο επιστάτης τράπεζας τριών προσκεφαλέων

Ασάλευτος = αυτός που δεν σαλεύει, δεν μετακινείται

Ασέλγεια = ακολασία, λαγνεία, ακράτεια

Άσπιλος = καθαρός, αγνός, αμόλυντος, άμεμπτος

Ατελεύτητος = αυτός που δεν έχει τέλος, άπειρος

Ατενίζω = καρφώνω, το βλέμμα μου κάπου

Άτιμο = αυτό που δεν έχει τιμή, ανήθικο

Ατμίδα (Ατμίς) = ατμός, αναθυμίαση, στήλη καπνού

Αυθαδιάζω = μιλώ ή φέρομαι με αυθάδεια, αναίδεια

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Αυτάρκεια = το να αρκείται κάποιος σε όσα έχει

Αυτοπροαίρετος = αυτός που ενεργεί ελεύθερα, με την θέλησή του

Αφανίζω = καταστρέφω εντελώς, εξοντώνω , εξαλείπω

Αφανισμός = πλήρης καταστροφή, εξόντωση, κούραση

Αφεδρώνας = το μέρος όπου ρίχνονται οι ακαθαρσίες

Άφεση = συγχώρεση αμαρτιών, ελευθέρωση

Αφομοιώ = κάνω κάτι όμοιο με κάτι άλλο

Αφροσύνη = μωρία, ανοησία, έλλειψη φρόνησης

Αχρείος = αισχρός, ελεεινός ή άχρηστος, ανάξιος

Άψινθος = πολύ πικρό φυτό, βότανο (αψυνθιά)

Βαρυνθώσιν = (βαρύνω) βαραίνω, βαριέμαι, δυσφορώ

Βασκαίνω = κακολογώ, φθονώ, βλάπτω δια της οράσεως

Βάτος = ακανθώδης θάμνος

Βαττολογώ = φλυαρώ, μωρολογώ, ανοηταίνω

Βδέλυγμα = αυτό που προκαλεί αποστροφή, αηδία

Βέβηλος = ασεβής, ανιερός, βδελυρός

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Βεβηλώνω = μιαίνω, μολύνω

Βήμα = βάθρο ομιλίας ρητόρων, θρόνος

Βιάζω = επιβάλλω βία, εξαναγκάζω, παραβιάζω

Βιοτικές = σχετικές με τον βίο, περιουσία, ζωή

Βλάσφημος = αυτός που βλάπτει την φήμη σε κάτι

Βόρβορος = δύσοσμη λάσπη (έσχατη διαφθορά)

Βότρυς = τσαμπί σταφύλι

Βουλή = σκέψη, απόφαση, θέλημα

Βοώ = κραυγάζω, φωνάζω δυνατά

Βραδύνω = κινούμαι αργά, αργοπορώ

Βραχίονας = το μέρος του χεριού από αγκώνα ως καρπό

Βραχυλογία = συντομία στα λόγια, ολιγοχρόνιος

Βρυχώμαι = μουγκρίζω, βγάζω δυνατή φωνή

Βρώσις = φαγητό, τροφή

Βυσσινή = (βύσσος) πολύτιμο ύφασμα από λεπτό βαμβάκι

Βωμολοχία = αισχρολογία

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Γάγγραινα = απόστημα που κατατρώγει τα γύρω μέρη

Γαστέρα = κοιλία, στομάχι, (μετ.) άσωτος, ακόλαστος άνθρωπος

Γενεά = γενιά, γενεαλογία, το σύνολο των προσώπων που ανήκουν στο ίδιο γένος

Γλωσσόκομο = σε αυτό έβαζαν τα χρήματα για την διατροφή φτωχών

Γογγύζω = στενάζω, βογκώ, παραπονιέμαι

Γόης = αυτός που ασκεί γοητεία, μάγος

Γοητεία = σαγηνευτική δύναμη

Γραώδης = αυτός που ταιριάζει σε γριά

Δάκνω = δαγκώνω, (μετ.) κακολογώ, υβρίζω

Δαμάζω = εξημερώνω, τιθασεύω

Δάμαλις (η) = κόκκινου χρώματος αγελάδα

Δασμός = φόρος που επιβάλλεται στο εμπόριο

Δέηση = παράκληση, ικεσία, προσευχή

Δεισιδαιμονία = παράλογος φόβος για υπερφυσικές δυνάμεις

Δεκάτη = φόρος ίσος με το 1/10 της όλης ποσότητας

Δεσμά = οι αλυσίδες των καταδίκων

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Δεσπότης = άρχοντας, επίσκοπος, δυνάστης, κύριος

Δηλονότι = δηλαδή

Δηλώ = δηλώνω, γνωστοποιώ, ανακοινώνω επίσημα

Δημηγορώ = βγάζω λόγο στον λαό, αγορεύω

Διάβολος = αυτός που διαβάλλει, συκοφαντεί

Διάγω = διαβαίνω, ζω, περνώ τον καιρό μου

Διάδημα = στεφάνι πολύτιμο που φοριέται ως σύμβολο εξουσίας

Διαθέτης = αυτός που καθορίζει την διαθήκη του

Διαθήκη = διάταξη, συμφωνία, συνθήκη Θεού - ανθρώπου

Διαλλαγή = συμβιβασμός, συμφιλίωση

Διαμερίζω = χωρίζω τι σε μέρη, μοιρασιά

Διανομή = το χώρισμα σε μέρη, μοιρασιά

Διαρπάζω = αρπάζω δια της βίας

Διασάφηση = διευκρίνιση, εξήγηση, ερμήνευση

Διάταξη = τακτοποίηση, διαταγή, προσταγή

Διατρίβω = διαμονή σε κάποιον τόπο

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Διαφθείρω = καταστρέφω, βλάπτω ηθικά

Διδαχή = διδασκαλία

Διεγείρω = τονώνω, ζωηρεύω, προκαλώ, ξυπνώ

Διεσπαρμένος = διασκορπισμένος

Διό = γι΄αυτό

Διόσκουροι = δίδυμοι αδελφοί τους οποίους θεωρούσαν προστάτες της ναυτιλίας δια τούτο έβαζαν και τις σημαίες τους στα πλοία

Δίστομος = δίκοπος, αυτός που έχει δύο όψεις

Διχόνοια = ασυμφωνία γνωμών, διαφωνία

Διχοστασία = χωρισμός, διαίρεση, σχίσμα

Διώκω = διώχνω, ασκώ δικαστική πράξη

Δόλος = μέσο ή τέχνασμα για εξαπάτηση

Δουλαγωγώ = υποδουλώνω, έχω κάποιον δούλο

Δυσεντερία = λοιμώδης αρρώστια εντέρων

Δυσερμήνευτος = αυτός που ερμηνεύεται δύσκολα

Δώμα = ταράτσα

Εγείρω = αφυπνίζω, ανυψώνω, ορθώνω, σηκώνω

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Εγκαλώ = καταγγέλλω, πηγαίνω κάποιον στο δικαστήριο

Εγκεντρίζω = μπολιάζω, κεντώ

Εγκολπώνομαι = αποδέχομαι κάτι με ευχαρίστηση

Εγκύπτω = επιδίδομαι με ιδιαίτερο ζήλο

Εδραίωμα = στήριγμα, βάση

Έδραμε = έτρεξε

Ειδωλόθυτα = αυτά που θυσίαζαν στα είδωλα

Ειρημένο = (λέγομαι) ειπωμένο

Είρηται = (λέγομαι) έχει λεχθεί

Εισφέρω = προσφέρω

Έκβαση = έξοδος, απαλλαγή, το τέλος

Εκβολή = εξαγωγή, απόρριψη

Εκδικητής = εκδικούμενος, τιμωρός

Εκδικώ = ανταποδίδω το κακό, τιμωρώ

Εκεχυμένος = (χέω) χύνω, χυμένος

Εκκλησία = συνάθροιση λαού, το σύνολο των πιστών

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Εκλελυμένος = αποκαμωμένος, κουρασμένος, εξαντλημένος

Εκούσιος = αυτός που γίνεται με την θέλησή του

Έκπάλαι = από παλιά

Εκπίπτω = πέφτω έξω, ξεπέφτω, παύω

Εκπληρώνω = πληρώ εντελώς, εκπληρώ υπόσχεση

Εκπορεύονται = προέρχονται, εκπηγάζουν, εξέρχονται

Έκσταση = η γρήγορη όραση θείων μυστικών στον άνθρωπο

Εκτρέπομαι = απομακρύνομαι από την αρχική μου θέση

Έκτρωμα = το έσχατο πάντων, το ευτελέστερο

Εκφεύγω = ξεφεύγω

Εκφύω = γεννώ, παράγω, φυτρώνω, βλαστάνω

Εκχέω = χύνω προς τα έξω, ξεχύνω, μοιράζω

Ελαύνω = οδηγώ, τρέχω, κωπηλατώ

Ελαφρότητα = επιπολαιότητα, έλλειψη σοβαρότητας

Έλαχον = (λαγχάνω = λαμβάνω δια κλήρου), έτυχον

Ελιμενίσθησαν = (λιμενίζομαι) αράζω στο λιμάνι

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Έλκος = πληγή

Εμβάλλω = ρίχνω μέσα, βάζω

Εμβατεύω = ενασχολούμαι εις βάθος

Εμέθεξαν = (μετέχω = παίρνω μέρος σε κάτι), συμμετείχαν

Εμέμφησαν = (μέμφομαι = κατηγορώ), κατηγόρησαν

Εμπαιγμός = χλευασμός, περιγέλασμα, απάτη

Εμπαίζω = κοροϊδεύω, εξαπατώ, χλευάζω

Εμπεριπλέκω = εμπλέκω, μπερδεύω, περιπλέκω

Εμπλουτισμός = πλουτισμός σε χρήσιμα συστατικά

Έμφοβος = ο κατεχόμενος από φόβο

Έμφρονες = συνετοί, φρόνιμοι

Εμφυσώ = φυσάω προς τα μέσα, εντός

Εναπελείφθη = (εναπολείπομαι = αφήνομαι πίσω), απέμεινε

Εναποθέτω = αποθέτω κάπου, ακουμπώ, στηρίζω

Ενδεής = φτωχός, στερημένος, ο έχων ανάγκη

Ενδημώ = παραμένω σε κάποιον τόπο

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Ενεπλήσθησαν = (πίπλημι = γεμίζω, είμαι χορτασμένος), γέμισαν

Ενιαυτός = το έτος

Εντρυφώ = ασχολούμαι με κάτι με συνέπεια

Εξαγνίζω = καθαρίζω από αμαρτία

Εξαγριώνω = εξοργίζω σε μεγάλο βαθμό

Εξαλείπτω = σβήνω, καταργώ, αφανίζω, διαγράφω

Εξαπατώ = ξεγελώ, παραπλανώ, απατώ

Εξάπτομαι = οργίζομαι, ανάβω

Έξαψη = διέργεση, θυμός

Εξεβλήθη = (εκβάλλω = ρίχνω έξω, απομακρύνω), ρίχτηκε έξω

Εξεγείρω = ξεσηκώνω, αφυπνίζω, διεγείρω

Εξεδίκησε = (εκδικώ = παρέχω δίκιο, υπερασπίζω, τιμωρώ),πήρε το δίκιο

Εξεκαύθησαν = (εκκαίω = καίω εντελώς, παροξύνω), παροξύνθηκαν

Εξεκέντησαν = (εκκεντώ) διατρυπώ, ερεθίζω, ενοχλώ

Εξέλθη = (εξέρχομαι = βγαίνω έξω), βγήκε έξω

Εξεμέσω = θα κάνω εμετό

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Εξερχόμενα = αυτά τα οποία βγαίνουν

Εξέτεινα = (εκτείνω = εξαπλώνω, τεντώνω), εξάπλωσα

Έξη = συνήθεια από επανάληψη ιδίους πράξεως

Εξηχρειώθησαν = (εξαχρειώ  καθιστώ κάποιον ή κάτι αχρείο ή άχρηστο, διαφθείρω τα ήθη, εξευτελίζω), διεφθάρησαν ως προς τα ήθη, εξευτελίστηκαν

Εξιλέωση = καθαρισμός ψυχής από αυτοτιμωρία

Εξολοθρεύω = εξοντώνω, αφανίζω, καταστρέφω εντελώς

Εξουθενώ = εξευτελίζω, ταπεινώνω, περιφρονώ

Επαγγελία = υπόσχεση, αγγελία, είδηση

Επαίρομαι = καυχέμαι, υψώνομαι, μεγαλαυχώ

Επαίσχυντος = αυτός που φέρνει ντροπή

Επανόρθωση = διόρθωση, ανασκευή ικανοποίηση

Επέθηκεν = (επιτίθημι = βάζω κάτι πάνω σε κάτι άλλο), έβαλε

Επειθής = υπάκουος, ο ευκόλως πειθόμενος

Επεισαγωγή = (επεισάγω = προσκομίζω, γέρνω μέσα), εισαγωγή νέων προσώπων

Επέκεινα = περισσότερο, ακόμα μακρύτερα

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Επιβαρύνω = επαυξάνω το βάρος

Επιβουλή = ύπουλη, δόλια σκέψη εναντίον κάποιου

Επίγνωση = ακριβής και ενσυνείδητη γνώση

Επιείκεια = ηπιότητα στη κρίση σχετικά με σφάλμα

Επιθέτω = τοποθετώ κάτι πάνω σε άλλο

Επικαλούμαι = ονομάζω, επικαλώ, ζητώ βοήθεια

Επίκειται = αναμένεται να συμβεί κάτι από στιγμή σε στιγμή

Επιλήσμων = αυτός που ξεχνά εύκολα, ξεχασιάρης

Επίλοιπον = υπολειπόμενο, αυτό που απομένει

Επιμελούμαι = φροντίζω, ασχολούμαι με ζήλο

Επίορκος = αυτός που αθέτησε υπόσχεση όρκου

Επιούσιος = ο καθημερινός, ο αναγκαίος για την ύπαρξη

Επιπλήττω = επιτιμώ, μαλώνω, ονειδίζω, ελέγχω

Επισκοπώ = εξετάζω, βλέπω από ψηλά, επιθεωρώ

Επιστήμων = αυτός που γνωρίζει κάτι πολύ καλά

Επιστώθης = (πιστώ = δεσμεύω, βεβαιώνω, έχω εμπιστοσύνη), εβεβαιώθηκες

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Επισύρω = σέρνω προς το μέρος μου, προς εμένα

Επισωρεύω = σωρεύω το ένα πάνω στο άλλο

Επιταγή = διαταγή, προσταγή

Επιτάσσω = διατάζω, προστάζω, ενεργώ επίταξη

Επιτελώ = εκτελώ, πραγματοποιώ, αποτελειώνω

Επιτήδειος = κατάλληλος για ορισμένο σκοπό

Επιτιμώ = επιπλήττω, μαλώνω, προτρέπω

Επίτροπος = ο διαχειριστής, ο επιμελητής

Επλήσθησαν = (πίπλημι = γεμίζω, είμαι χορτασμένος), γέμισαν

Έριδα = φιλονικία, λογομαχία, καβγάς, διχόνοια

Ερρέθη = (λέγομαι) ειπώθη

Έσβεσαν = (σβέννυμι) σβήνω, εξαλείφω

Εσκίρτησε = τινάζομαι ξαφνικά, αναπηδώ

Ετελέσθη = (τελώ) τελειώνω, τελειώθηκε

Ετελεύθη = (τελευτώμαι = τελειώνω), τέλειωσε

Ετεροδιδασκαλος = όποιος διδάσκει διαφορετικά αποκλίνοντας από την αλήθεια

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Έτι = ακόμα, επιπλέον

Έτυπτεν = (τύπτω = χτυπώ, επιτιμώ), χτυπούσε

Ευαγγελίζω = φέρνω καλές ειδήσεις, ευχάριστα μηνύματα

Ευαρεστώ = προκαλώ ευχαρίστηση, γίνομαι αρεστός

Ευγνώμων = αυτός που αναγνωρίζει την προσγενώμενη χάρη

Ευδοκία = αγαθή προαίρεση, ευμένεια, ευαρέσκεια

Ευδοκιμώ = επιτυγχάνω, διακρίνομαι, αναπτύσσομαι

Ευκατάληπτο = κατανοητό

Ευλάβεια = Θεοσέβεια, σεβασμός προς τα θεία, σέβας

Ευμετάδοτος = αυτός που μεταδίνεται εύκολα, μεταδοτικός

Ευνουχισμός = (μτφ) εκούσια νέκρωση του γεννετήσιου ενστίκτου

Ευπορώ = έχω πόρους ζωής, ευημερώ

Ευπρόσδεκτος = αυτός που τον δέχονται με ευχαρίστηση

Εύσπλαχνος = σπλαχνικός, πονετικός, ελεήμων

Ευσχημοσύνη = ευπρέπεια, σεμνότητα, καλή διαγωγή

Ευτελής = ταπεινός, μικροπρεπής, φτηνός

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Εύφημος = αυτός που έχει καλή φήμη

Ευφραίνω = προξενώ έντονη ευχαρίστηση, χαροποιώ

Ευφροσύνη = μεγάλη χαρά, ψυχική απόλαυση

Εφείσθη = (φείδομαι = προσέχω, απέχω, λυπούμαι), λυπήθηκε

Εφεξής = από εδώ και πέρα

Εφεύρεση = επινόηση νέας μεθόδου, νέου μέσου

Έχιδνα = φαρμακερό φίδι, οχιά

Ζεμπίλι = είδος σάκου από πλεκτή ψάθα

Ζέω = βράζω, κοχλάζω

Ζήλος = έντονη, προθυμία για εκτέλεση έργου

Ζηλότυπος = ζηλιάρης

Ζηλωτής = θεοσεβής, θρήσκος, γεμάτος από ζήλο

Ζόφος = βαθύ σκοτάδι

Ζωοποιός = αυτός ου δίνει ζωή, ζωογονεί

Ζώσης = ζωντανή, ζωή

Ήγουν = δηλαδή

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Ήλος = καρφί

Ήμαρτον = αμάρτησα, πέφτω σε αμάρτημα, ζητώ συγνώμη

Ημέτερος = αυτός που ανήκει σε μας, δικός μας

Ημιθανής = αυτός που είναι μεταξύ ζωής και θανάτου

Θάμβος = κατάπληξη, θαυμασμός, τρόμος

Θαύμα = καθετί το οποίο γίνεται παρά τους φυσικούς νόμους

Θεατρίζομαι = γελοιοποιούμαι, διακωμωδίζομαι

Θεράπων = ο ασχολούμενος με ζήλο σε κάτι, ο υπηρέτης

Θέτω = τοποθετώ, βάζω

Θυμίαμα = ρητίνη που όταν καίγεται αναδίδει άρωμα

Θύση, (θύω) = αφανίζω, καταστρέφω, θυσιάζω), να καταστρέψει

Ίασπις = πολύτιμη πέτρα με διάφορα χρώματα

Ιερατεία = η υπηρεσία ως ιερέας

Ιεράτευμα = το σύνολο του ιερέως, ιερατείο

Ιεροσυλία = αθέμιτη πράξη που προσβάλλει κάτι το ιερό

Ιερουργώ = εκτελώ θρησκευτική λειτουργία

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Ικετεύω = ζητώ βοήθεια ή ικεσία

Ιλαρότητα = ευθυμία, φαιδρότητα, προθυμία

Ιλασμός = καθαρισμός ψυχής, εξιλέωση, συγχώρεση

Ιλαστήριο = το κάλυμμα της κιβωτού της διαθήκης

Ίλεως = συγκαταβατικός, σπλαχνικός, ευμενής

Ιμάτια = ρούχα, ενδύματα, μανδύας

Ίριδα = το ουράνιο τόξο

Ίσταμαι = κατέχω αξίωμα, στέκω

Καθαιρώ = κατεδαφίζω, γκρεμίζω, καταστρέφω

Καθίσταμαι = γίνομαι, καταντώ

Καίτοι = αν και, μολονότι

Κακοήθεια = ανηθικότητα, φαυλότητα, απάτη

Κακουχία = σωματική ταλαιπωρία, βασανισμός

Κάλαμος = το καλάμι, η γραφίδα

Κάμπτω = λυγίζω, ταπεινώνω, εξουδετερώνω αντίσταση

Καπηλεύω = φθείρω, απατώ, νοθεύω

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Καρτερώ = περιμένω υπομονετικά, αντέχω

Καταβάλλω = νικώ, εξασθενίζω, εξαντλώ

Καταβολής κόσμου = αφότου πλάστηκε ο κόσμος

Κατάδηλος = ολοφάνερος

Καταισχύνω = ατιμάζω, καταντροπιάζω, βρίζω

Κατακαίω = καίω εντελώς, όλως διόλου

Καταλαλώ = κακολογώ, δυσφημώ, διαβάλλω

Καταλείπω = αφήνω πίσω μου, αφήνω και φεύγω

Κατάλοιπο = υπόλοιπο, απομεινάρι

Κατάλυμμα = τόπος ή χώρος προσωρινής διαμονής

Καταλύω = διαλύω, καταργώ, καταστρέφω, αφανίζω

Κατάνυξη = βαθιά συγκίνηση μπροστά σε κάτι το θείο

Κατάπαυση = τελεία παύση, σταμάτημα, ανάπαυση

Καταπείθω = πείθω απόλυτα

Καταπέτασμα = ύφασμα που χωρίζει τα Άγια των Αγίων από τα Άγια

Καταπίεση = ισχυρά πίεση

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Καταποντίζω = βυθίζω, αφανίζω, πνίγω

Καταρτίζω = διορθώνω, παρασκευάζω, συγκροτώ, μορφώ

Κατασκήνωση = ο τόπος όπου αναπαύεται κάποιος

Κατασκιάζω = κατασκεπάζω με σκιά, ισκιώνω

Καταστρώνω = καταρτίζω, συντάσσω σε όλες τις λεπτομέρειες

Καταφεύγω = πηγαίνω κάπου για αναζήτηση προστασίας

Καταφρονώ = περιφρονώ, φρονώ κατά τινός

Κατεπόθη = (καταπίνω = εξολοθρεύω), εξολοθρεύθη

Κατήφεια = κατσούφιασμα, σκυθρωπότητα, λύπη

Κάτοπτρο = κάθε επιφάνεια που αντανακλά, καθρέπτης

Καύμα = υπερβολική ζέστη, ηλιόκαυμα

Καύχημα = καμάρι, καύχηση, παρρησία

Κείμαι = βρίσκομαι, ξαπλωμένος, θαμμένος

Κείρω = κόβω τα μαλλιά, κουρεύω

Κεκαυτηριασμένη = (καυτηριάζω = καίω, σημαδεύεω), έχει καυτηριαστεί

Κεκυρωμένη = επικυρωμένη

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Κέλευσμα = παράγγελμα, πρόσταγμα

Κενόδοξος = ματαιόδοξος, δοξομανής, άδειος απ΄όλα

Κεραμέας = τεχνίτης για πήλινα αγγεία ή κεραμίδια

Κέρας = εξέχουσα άκρη, κέρατο ζώου μ.τ.φ δύναμη

Κινάμωμον = η κανέλλα

Κλάσματα = κομμάτια, ίσα μέρη μονάδας

Κληθή = (κλήση, καλέω = προσκαλώ ονομάζω), προσκαλεσθή

Κλητός = καλεσμένος

Κλίνη = κρεβάτι

Κλονίζομαι = κυριεύομαι από αμφιβολία, πάω να πέσω

κλώμενο = (κλάω = σπάω, αποκόβω, τσακίζω), σπασμένο

Κοίτη = το κρεβάτι, μέρος για πλάγιασμα

Κόμη = οι τρίχες της κεφαλής, τα μαλλιά

Κονιορτός = σύννεφο σκόνης

Κραιπάλη = μεγάλο μεθύσι, ακόλαστη οργιώδης ζωή

Κραταιός = δυνατός, ισχυρός

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Κράτιστος = αγαθός, ισχυρότατος, ικανότατος

Κράτος = δύναμη, ισχύ, αρχή, εξουσία

Κρημνισμός = γκρέμισμα

Κρημνός = γκρεμός, τόπος απόκρημνος

Κρίθινος = κριθαρένιος

Κτήτορας = κύριος, ιδιοκτήτης

Κύμβαλο = είδος κρουστού μουσικού οργάνου

Κυριότητα = κατοχή ενός πράγματος, ιδιοκτησία

Κυρτώνω = δίνω σε κάτι σχήμα κυρτό, καμπουριάζω

Κύων (ο) = σκύλος ή σκύλα

Κώμος = ασωτίες, γλέντια ασελγή

Λαθραίος = μυστικός, κρυφός, αυτός που διαφεύγει

Λακτίζω = κλωτσάω, χτυπώ με τα πόδια

Λαληθησομένων = (λαλέω) (ομιλώ), αυτών που ειπώνονταν

Λησμονώ = ξεχνώ, αμελώ, παραβαίνω

Λιμός = μεγάλη πείνα από έλλειψη τροφής

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Λινάριο = ποώδες φυτό με ίνες για υφαντική

Λοιδορώ = βρίζω, χλευάζω, κοροϊδεύω, κακολογώ

Λοιμός = θανατηφόρα επιδημία (π.χ πανώλης)

Λοίσθιος = αυτός που ψυχορραγεί, τελευταίος

Λύτρωση = απαλλαγή από δεινά, σωτηρία

Μαίνομαι = κατέχομαι από μανία, είμαι έξω φρενών

Μακαρισμός = καλοτύχισμα

Μακελείον = σφαγείο, αγορά των τροφίμων

Μακροθυμία = υπομονή, καρτερικότητα

Μαρτυρία = πληροφορία, βεβαίωση, ομολογία

Ματαιολογία = ματαιοφωνία, ανόητη ομιλία, κενολογία

Μεγαλαυχώ = αλαζονεύομαι, κομπάζω, καυχώμαι

Μεθοδεύω = εκτελώ κάτι με μέθοδο, με προγραμματισμό

Μεθόρια = βρίσκεται στα σύνορα, αποτελεί όριο

Μέλας = τελείως σκοτεινός, μαύρος

Μέλλω = σκοπεύω, μελετώ να κάνω κάτι

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Μέμφομαι = κατηγορώ, κατακρίνω, κακίζω

Μεμψίμοιρος = γκρινιάρης, παραπονιάρης, δυσαρεστημένος

Μέριμνα = φροντίδα, έγνοια, πρόνοια, ανησυχία

Μερισθείς = διαιρεθείς, διανομέας, αυτός που μοιράζει

Μεσιτεύω = μεσολαβώ ανάμεσα για την επίτευξη συμφωνίας

Μεσουράνημα = στο μέσο του ουρανού

Μεστός = γεμάτος, πλήρης

Μεταβαίνω = πηγαίνω από το ένα μέρος στο άλλο

Μεταδοτικός = αυτός που μεταδίδει κατανοητικά τις γνώσεις του

Μεταμέλεια = αλλαγή γνώμης ή απόφασης

Μετανοώ = λυπούμαι ειλικρινά για ότι έκανα και τι καταδικάζω, αλλάζω γνώμη

Μετατίθεμαι = τοποθετούμαι σε άλλη θέση

Μετοικώ = αλλάζω κατοικία ή τόπο

Μηδείς = κανείς

Μηκέτι = όχι πλέον

Μιαίνω = ρυπαίνω, μολύνω, βεβηλώνω

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Μιμητής = αυτός που μιλά η ενεργεί όπως ένας άλλος

Μισθαποδοσία = αμοιβή, απόδοση του μισθού

Μνημόσυνο = μνήμη, υπενθύμιση, ενθύμηση

Μόδι = μέτρο χωρητικότητας 8,7 λίτρα

Μυελός = λιπώδης ουσία στα οστά, μυαλό

Μύθος = φανταστική ψευδής διήγηση

Μύλου (φωνή) = ο ψίθυρος που παράγει στρεφόμενος ο μύλος

Μυριάδες = αμέτρητο πλήθος

Μυστήριο = κάθε τι το ακατανόητο, ασύλληπτο

Μώμος = ελλάτωμα

Μωραί = πνευματικά εξασθενισμένες, ανόητες

Μωρολογία = ανόητη φλυαρία

Νεφέλη = σύννεφο

Νέφος = σύννεφο (μετ.) μεγάλο πλήθος

Νηστεία = (νη+εσθίω = δεν τρώω, νηστεύω), αφαγία

Νόθος = ο γεννημένος από μη νόμιμο γάμο, μη γνήσιος

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Νουθετώ = δίνω συμβουλές, δασκαλεύω

Ντροπή = συστολή από σεβασμό

Νυξ = νύχτα

Νωθρός = βλάκας, οκνός, τεμπέλης, αργός

Νώτον = ραχιαία επιφάνεια του κορμού του ανθρώπου

Ξενίζω = υποδέχομαι και περιποιούμαι ξένο, φιλοξενώ

Οδύνη = ψυχικός πόνος, θλίψη, λύπη

Οδυρμός = θρήνος, κλαυθμός

Όζω = αποπνέω δυσοσμία, μυρίζω άσχημα

Όθεν = άρα, επομένως, απ΄όπου, δια τούτο

Οικονομία = επιστασία, δαχείριση, έργο οικονομίας ανεξερεύνητο μέσο πρόνοιας Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου

Οικουμένη = ο κατοικούμενος κόσμος, υφήλιος

Οικτείρω = λυπούμαι κάποιον, ευσπλαχνίζομαι, ελεώ

Όλεθρος = καταστροφή, αφανισμός, φθορά, θάνατος

Ολοκαύτωμα = κάθε τι που καταστρέφεται ολοκληρωτικά από φωτιά

Ολολύζω = βγάζω θρηνητικές κραυγές, θρηνώ δυνατά

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Ομνύω = ορκίζομαι

Ομόζυγος = ζεμένος στον ίδιο ζυγό

Ομοθυμαδόν = με την ίδια ψυχική διάθεση, το ίδιο φρόνημα

Ομού = ταυτόχρονα, μαζί, συγχρόνως ,παρομοίως

Ομόφρων = αυτός που έχει τις ίδιες ιδέες με άλλον

Ονειδίζω = επιπλήττω, κατηγορώ, χλευάζω, βρίζω

Όντινα = όποιον

Οξεία = αιχμηρή, σουβλερή, μυτερή, κοπτερή

Όξος = ξύδι

Οπωρικό = η οπώρα, το φρούτο

Οπωσούν = κάπως

Ορέγομαι = επιθυμώ έντονα, λαχταρώ, απλώνω

Όρθρος = χαραυγή, χαράματα, η πρωία

Όρνις = όρνιθα, κότα, πουλί

Οσφύς = η μέση του ανθρώπινου σώματος (αληγ.) έδρα της αναπαραγωγικής δύναμης του άνδρα

Ουδόλως = με κανένα τρόπο

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Οφθαλμοδουλεία = το να υπηρετεί κάποιος με υπερβολικά ψευδή ζήλο έτσι ώστε να τον δουν οι άλλοι

Οφρύς = φρύδι, μέρος εξέχον του εδάφους

Οχληρός = ενοχλητικός, δυσάρεστος, φορτικός

Όψιμος = αυτός που γίνεται αργά, καθυστερημένα

Παιδαγωγός = αυτός που φροντίζει για την αγωγή των παιδιών

Πάλαι = τον παλιό καιρό

Παλιγγενεσία = αναγέννηση, ανάσταση, ανανέωση

Πανηγύρι = πάνδημος εορτασμός θρησκευτικής γιορτής

Πανουργία = δολιότητα, πονηρό τέχνασμα, απάτη

Πανταχόθεν = από παντού, από όλα τα μέρη

Παραβολή = αλληγορική διήγηση με ηθικό δίδαγμα

Παρακαταθήκη = κατατιθέμενο σε κάποιον για φύλαξη

Παράκληση = πρόσκληση προς βοήθεια, παρακίνηση, προτροπή

Παράκλητος = ο καλούμενος σε βοήθεια

Παρακλίνω = προτρέπω, παροτρύνω

Παρακύπτω = σκύβω, υποτάσσομαι

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Παραμυθία = παρηγοριά, προτροπή

Παραπικραίνω = στεναχωρώ πολύ, παροξύνω

Παραστέκομαι = στέκω στο πλευρό, βοηθώ, συμπαρίσταμαι

Παραφροσύνη = τρέλα, ανόητος λόγος, ασύνετη πράξη

Παραχείμαση = το ξεχειμώνιασμα, περνώ τον χειμώνα

Πάρδαλις (η) = ο πάνθηρας, λεοπάρδαλη

Παρεισάγω = εισάγω κρυφά, πλαγίως

Παρεπιδημώ = διαμένω προσωρινά σε ξένο τόπο

Πάρεστιν = (πάρειμι) είμαι κοντά, είναι δυνατόν

Παρήγορος = αυτός που δίνει παρηγοριά, κουράγιο

Παρθένος (η) = η αγνή προς γάμο κατάλληλη κόρη (εικονικά) περί της χριστιανικής κοινότητας

Παριστάνω = περιγράφω, εικονίζω, προσκομίζω

Πάροδος = στενός ή δευτερεύων δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο, παρέλευση, πέρασμα, διάβαση

Παροικία = κοινότητα ομοεθνών σε ξένη χώρα

Παροξύνω = εξάπτω, ερεθίζω, παροργίζω

Παροργισμός = ερεθισμός που προκαλεί οργή, θυμός

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Παρρησία = θαρρετή έκφραση γνώμης

Παρώκησα = (παροικώ = διαμένω σε ξένη γη), κατοίκησα σε ξένη γή

Παρώξυνας = (παροξύνω) προκαλώ, παροργίζω, ερεθίζω

Πατάσσω = τιμωρώ αυστηρά, χτυπώ, πληγώνω

Πέμψας = (πέμπω) ο αποστείλλας, στέλνω

Πεπεισμένος = σταθερός, με ακλόνητη βεβαιότητα

Πεπελεκισμένος = (πελεκίζω = κόβω κάτι με τσεκούρι), αυτός που έχει πελεκιστεί

Πεποίθηση = σταθερή και ακλόνητη βεβαιότητα

Πεπτωκυία = (πίπτω) πεσμένη

Πεπυρωμένοι = [πυρώ = καίω, (τροπ) φλέγομαι από επιθυμία], αναμμένοι από επιθυμία

Πεπωλημένος = (πωλώ) πουλημένος

Πέρας = τέρμα, τέλος, (πέρατα) στην άκρη του κόσμου

Περιεζωσμένοι = (περιζώννυμι) αυτοί που έχουν περιζωθεί

Περιεργάζομαι = εξετάζω κάτι με πολύ προσοχή και με λεπτομέρεια

Περικυκλωμένος = κυκλωμένος από όλες τις πλευρές

Περιπίπτω = υποκύπτω, πέφτω

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Περισπασμός = οτιδήποτε αποσπά την προσοχή

Περίσσεια = περίσσευμα, πλεόνασμα, πλήθος

Περιτομή = (περιτέμνω) η κατ΄άκρων κυκλική αποκοπή

Περιφρονώ = Θεωρώ κάτι ανάξιο προσοχής ή εκτίμησης

Πεφυσιωμένος = ο ψωροπερήφανος, φουσκωμένος

Πιθανολογία = γνώμη για το αληθοφανές (πιθανόν)

Πλάνη = λαθεμένη γνώμη ή κρίση, απάτη

Πλέγμα = καθετί το πλεγμένο, πλεξούδα

Πλειότερο = πάρα πολλές φορές, περισσότερο

Πλεονάζω = είμαι παραπάνω από όσο πρέπει η χρειάζομαι

Πλεονεξία = απληστία, αχορτασιά, φιλοκέρδεια

Πλήκτης = φιλόνικος, υβριστής, φίλερις

Πληρώ = εκπληρώνω, γεμίζω, κάνω κάτι τέλειο

Ποδήρης = αυτή που φτάνει ως τα άκρα τον ποδιών

Πόθεν = από πού ;

Ποιώ = κατασκευάζω, δημιουργώ, εκτελώ

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Πολίτευμα = η πολιτεία, η πολιτική διαδωγή

Πολιτεύομαι = μετέχω στην πολιτική διαγωγή

Πομπή = πανηγυρική ή θρησκευτική συνοδεία

Πορνεύω = έχω προγαμιαία σαρκική επαφή, ασελγώ ως πόρνος (μτφ) παραπλανώμαι σε ειδωλολατρία

Πορφύρα = ύφασμα βαμμένο κόκκινο, στολή αυτοκρατόρων

Πραιτώριο = το μέγαρο των Ρωμαίων στρατηγών

Πρέσβεις = διπλωματικοί αντιπρόσωποι κράτους σε ξένη χώρα

Προαίρεση = επιθυμία, διάθεση, προτίμηση

Προβεβηκότες = άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας

Πρόγνωση = πρόβλεψη

Πρόδηλος = ολοφάνερος, πασίγνωστος

Προειρημένος = αυτός που έχει προαναφερθεί

Πρόθεση = το τραπέζι που τοποθετούνται τα ιερά σκεύη

Προϊδων = το είχε δει από πριν

Προΐσταμαι = είμαι επικεφαλής, διευθύνω, κυβερνώ

Πρόκειμαι = βρίσκομαι μπροστά

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Προκείμενος = αυτός που βρίσκεται μπροστά

Προκρίνω = κρίνω από πριν, προαποφασίζω

Πρόξενος = αυτός που προκαλεί κάτι, υπαίτιος

Προξενώ = γίνομαι αίτιος για να συμβεί κάτι

Προπετής = αυθάδης, θρασύς, ορμητικός

Προσαναπληρώ = συμπληρώνω, αναπληρώνω

Προσάπτω = καταλογίζω κάτι σε βάρος κάποιου

Προσδοκώ = περιμένω να συμβεί κάτι ευχάριστο

Προσήλυτος = αυτός που προσχώρησε σε θρησκευτικό δόγμα

Προσηλώνω = καρφώνω, στερεώνω

Πρόσκαιρα = αυτά που διαρκούν λίγο καιρό

Προσκαρτερώ = περιμένω υπομονετικά

Προσκόπτω = σκοντάφτω, προσκρούω

Προσφιλής = ο πολύ αγαπητός, πολυαγαπημένος

Προσωποληπτώ = έχω χαριστική διάθεση έναντι σε κάποιους

Πρότερος = προγενέστερος, πρωτύτερος

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Προτροπή = παρόρμηση, παρακίνηση

Πρόφαση = πλαστή δικαιολογία, πρόσχημα

Προφητεύω = προλέγω τα μέλλοντα από τον Θεό εμνευσμένος

Πρώιμος = αυτός που γίνεται πρόωρα

Πρώτιστος = ο πρώτος μεταξύ των πρώτων

Πρωτότοκος = αυτός που γεννήθηκε πρώτος

Πυλώνας = μεγάλη πύλη που αποτελεί την είσοδο ναού

Πώποτε = ουδέποτε

Πώρωση = πλήρης ηθική αναισθησία

Ραδιουργία = ύπουλη και μυστική σκευωρία εναντίον κάποιου

Ραπίζω = χαστουκίζω

Ρήμα = λόγος, φράση, λέξη

Ρίζα = γένος, καταγωγή

Ρομφαία = πλατύ δίκοπο σπαθί

Ρυπαρία = βρωμιά, ανηθικότητα, ακαθαρσία

Ρύσαι = (ρύομαι) λυτρώνω απελευθερώνω

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Σάβανα = σεντόνι περιτυλίγματος νεκρού

Σαλεύω = κινώ, σείω, αλλάζω θέση

Σαλπίζω = παίζω σάλπιγγα

Σάρδιος = ημιπολύτιμος λίθος

Σεμιδάλη = Σιμιγδάλι

Σεμνοπρεπής = σεμνός στους τρόπους

Σημεία & τέρατα = πράγματα τερατώδη, απίστευτα

Σιτηρέσιο = καθημερινή τροφή στρατιωτών

Σκάνδαλο = παγίδα, πειρασμός, αιτία καταστροφής, ο πλανών

Σκηνοπηγία = εγκατάσταση σκηνών

Σκηνοποιός = κατασκευαστής σκηνών

Σκήνωμα = το σώμα του ανθρώπου ως κατοικία της ψυχής

Σκήπτρο = πολυτελής ράβδος ως έμβλημα εξουσίας

Σκιά = σκιαγράφημα, σε αντίθεση με την εικόνα

Σκόλωψ = ενόχλημα, βάσανο, πάσσαλος

Σκύβαλο = σκουπίδι, άχρηστο, απομεινάρι

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Σκυθρωπός = κατσούφης, κατηφής

Σκωληκόβρωτος = καταφαγωμένος, ο γεμάτος σκουλήκια

Σουδάριο = λουρίδα άσπρου πανιού για κεφάλι νεκρού

Σπίλος = κηλίδα, λεκές, (μτφ) ηθικό στίγμα

Σπιρίδα = (σπυρίς) καλάθι, ζεμπίλι

Σπλαχνικός = συμπονετικός, συμπαθών

Σποδός = ζεστή στάχτη που περιέχει αναμμένα κάρβουνα

Σπονδή = έκχυση κρασιού ή άλλου υγρού από ειδικό αγγείο στις ιεροτελεστίες, προσφορά, θυσία

Σπουδάζω = βιάζομαι, σπεύδω

Σπουδή = βιασύνη, γρηγοράδα, προθυμία, ζήλος

Σπυρίδα = (σπυρίς) καλάθι, ζεμπίλι

Στιλπνός = λαμπερός, γυαλιστερός

Στοχάζομαι = συλλογίζομαι, σκέφτομαι

Στρεβλώνω = κάνω κάτι στρεβλό, διαστρέφω, παραμορφώνω

Στρούθιο = σπουργίτι

Συγκαταβαίνω = γίνομαι επιεικής, ενδοτικός

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Συγκατανεύω = δίνω την συγκατάθεσή μου σε κάτι

Συγκεφαλαίωση = σύντομη επανάληψη, συνόψιση

Συγκοινωνός = ο έχων πρόσβαση σε κάτι, ο έχων επικοινωνία

Συγκυρία = σύμπτωση, συντυχία

Συζευγνύω = συνδέω, ενώνω δύο πράγματα μαζί

Συκοφαντώ = αποδίδω κατηγορία, διαβάλλω, κατηγορώ

Συμβιβαστικός = υποχωρητικός, διαλλακτικός

Συμπαθώ = συμμερίζομαι την θλίψη, πάσχω

Συμπαρασύρω = παρασέρνω μαζί μου

Σύμφυτος = φυτρωμένος μαζί με άλλον

Συνάγω = συναθροίζω, συγκαλώ, συγκετρώνω

Συναγωγή = τόπος συνέλευσης κοινής προσευχής

Συνάφεια = άμεση επαφή, άμεση σχέση

Συνδιαλλάσσω = συμφιλιώνω, συμβιβάζω

Συνείδηση = η εσωτερική γνώση με την οποία ο άνθρωπος πληροφορεί ευατόν περί του καλού και του κακού

Συνεισφορά = χρηματική συμβολή για ορισμένα έργα

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Συνεκέρασε = (συγκεράννυμι) συγκροτώ, ενώνω

Συνεπιμαρτυρώ = ομολογώ, επικυρώνω

Συνεργώ = συμπράττω, συντελώ, βοηθώ

Συνέρχομαι = έρχομαι μαζί με άλλους στον ίδιο χώρο

Σύνεση = φρόνηση, περίσκεψη, νοητική δύναμη

Συνεστέλλομαι = (συστέλλομαι) μαζεύομαι

Συνεστώσα = (συνίσταμαι) αποτελούμαι, συμφωνώ, που έχει γίνει

Συνιστώ = εφιστώ την προσοχή, συμβουλεύω

Συνοικώ = συμβιώνω, συζώ, συγκατοικώ

Συντέμνω = συντομεύω, περιορίζω

Συνυποκρίνομαι = υποκρίνομαι μαζί με κάποιον

Συριγμός = σφύριγμα

Συστέλλω = περιορίζω τον όγκο, συντομεύω

Σφετερίζομαι = κάνω κάτι δικό μου παράνομα.

Σφραγίδα = επιθέτω, βάζω σφραγίδα, κλείνω κάτι ασφαλίζω

Σφύρα = κοκάλα

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Σχίσμα = διάσταση γνωμών, διχογνωμία

Σωφρονώ = συνετίζω, φρονιμεύω, τιμωρώ

Τάζω = υπόσχομαι να δώσω κάτι

Ταλαίπωρος = κακομαθημένος, δύστυχος, βασανισμένος

Ταμείο = αποθήκη, δωμάτιο, κελάρι

Ταπεινοφροσύνη = σεμνότητα, μετριοφροσύνη

Τεθέν = (τίθημι) τοποθετώ, το τοποθετημένο

Τεκνογονία = τεκνοποιία

Τέκτονας = οικοδόμος ή ξυλουργός

Τελεσφορώ = φέρνω αποτέλεσμα, φέρνω καρπούς

Τεταγμέναι = (τάσσομαι = ορίζω, διορίζω), διορισμένες

Τετραχηλισμένα = (τραχηλίζομαι = φανερώνω, ανακαλύπτω), φανερωμένα

Τέφρα = στάχτη, σποδός

Τίκτω = γεννώ, αποφέρω, παράγω, βλαστάνω

Τουτέστιν = δηλαδή

Τράχηλος = λαιμός και αυχένας, σβέρκος

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Τριβόλι = φυτό το οποίο έχει αγκάθια

Τρίβος = μονοπάτι, οδός, δρόμος

Τρυφή = μυθική και πλούσια ζωή, καλοπέραση

Τύπος = ίχνος από χτύπημα με πίεση

Τωόντι = πραγματικά, αληθινά

Υπεξήλθεν = (υπεξέρχομαι) εξέρχομαι κρυφά, αποσύρομαι

Υπεραίρομαι = υπερηφανεύομαι, αλαζονεύομαι

Υπερβαίνω = ξεπερνώ, υπερνικώ, υπερβάλλω

Υπερβολή = υπερβολικά, πάρα πολύ, ακρότητα

Υπερεκπερισού = πολύ επιπλέον

Υπερεκτείνω = τεντώνω κάτι υπερβολικά

Υπερηφάνεια = υψηλοφροσύνη, έπαρση, αλαζονεία

Υπόδικος = κατηγορούμενος για αξιόποινο αδίκημα

Υποκείμενος = αυτός που βρίσκεται από κάτω

Υπολήνιο = λάκκος στον οποίο χύνεται ο οίνος

Υποπόδιο = αντικείμενο για τα πόδια καθισμένου

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Υπόσταση = ύπαρξη

Υποτάσσω = Θέτω υπό την εξουσία μου

Ύσσωπος = αρωματικό φυτό που χρησιμοποιούσαν για ραντισμό

Υψηλοφρονώ = υπερηφανεύομαι

Φαιδρότητα = εύθυμη διάθεση

Φαρμακεία = δηλητηρίαση, μαγεία, γοητεία

Φείδομαι = ξοδεύω με μέτρο και περίσκεψη

Φειδωλία = τσιγκουνιά

Φθόνος = λύπη για ξένα αγαθά, για επιτυχία άλλων

Φθοροποιός = αυτός που προκαλεί φθορά, βλαβερός

Φιλαδελφία = η αγάπη για τον αδελφό

φίλαυτος = αυτός που αγαπά πολύ τον εαυτό του

Φιλονικεία = τσακωμός, καβγάς, έριδα, μάλωμα

Φιλοσοφία = σύστημα ιδεών και δογμάτων

Φιλόστοργος = γεμάτος στοργή, τρυφερός

Φιλότιμος = αυτός που έχει τιμή και αξιοπρέπεια

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Φιλόφρων = ευγενικός, περιποιητικός

Φρέαρ = πηγάδι, τεχνητή κάθετη δίοδος

Φρενοπλάνος = αυτός που πλανά το λογικό του

Φρόνημα = σκέψη, διάθεση, γνώμη, προσπάθεια

Φρονώ = έχω την γνώμη, νομίζω, πιστεύω

Φύραμα = ζυμάρι, ένζυμο, πηλός

Φυσιοί = (φυσιώ) κάνω κάτι υπερήφανο

Φύσις = φυσική κατάσταση, μορφή

Φωσφόρος = αυτός που φέρνει φως, ο αυγερινός, ο ήλιος

Χαλινός = χαλινάρι

Χαλινώνω = συγκρατώ, περιορίζω

Χαλκολίβανος = μέταλλο που μοιάζει με χρυσάφι

Χαράσσω = κάνω γραμμές πάνω σε επιφάνεια

Χαύνος = άτονος, νωθρός

Χείρων = χειρότερο, κατώτερο σε τάξη, αξία

Χολή = υγρό που βγαίνει από το συκώτι

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

Χρήζω = έχω την ανάγκη, χρειάζομαι

Χρηστός = ηθικός, έντιμος, καλός αγαθός

Χρηστότητα = ηθικότητα, αγαθότητα

Χριστός = αυτός που έχει πάρει χρίσμα, χρισμένος

Χρίω = καθιερώνω, αναγνωρίζω, αλείφω

Χωλός = ανάπηρος στα πόδια, κουτσός

Ψηλαφίζω = αγγίζω, πασπατεύω

Ψιθυριστής = αυτός που ψιθυρίζει, συκοφάντης

Ωδή = ύμνος, πνευματικό άσμα

Ωδίνες = οι πόνοι της γέννας, του τοκετού

Ωχρός = υποκίτρινος, χλωμός

 

• Βασισμένο στη μετάφραση εκ του αρχετύπου εις την ελληνικήν υπό του κληρικού και καθηγητού του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών Νεοφύτου Βάμβα.

Α  Β  Γ  Δ  Ε  Ζ  Η  Θ  Ι  Κ  Λ  Μ  Ν  Ξ  Ο  Π  Ρ  Σ  Τ  Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ